H Κίνα & ο κόσμος- Στα όρια ψυχρού πολέμου με τις ΗΠΑ

H Κίνα & ο κόσμος- Στα όρια ψυχρού πολέμου με τις ΗΠΑ

Το κλείσιμο της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην κινεζική πόλη Τσενγκντού, σε αντίποινα για το ίδιο μέτρο των ΗΠΑ που αφορούσε το κινεζικό γενικό προξενείο στο Χιούστον, μαζί και οι αλληλοκατηγορίες για κατασκοπία, μετέφεραν την αντιπαράθεση Πεκίνου-Ουάσιγκτον σε επίπεδο που ορισμένοι αναλυτές αρχίζουν να αποκαλούν «νέο τύπο ψυχρού πολέμου».

Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Βεβαίως, δεν είναι όπως αυτός της εποχής αντιπαράθεσης με την ΕΣΣΔ. Εκείνος, σημειώνουν, οι αναλυτές κερδήθηκε με όρους στρατιωτικούς, αλλά και πολιτισμικούς. Ένας Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, αν η σύγκρουση κλιμακωθεί περαιτέρω,  θα είναι εμπορικός, στρατηγικός, τεχνολογικός, ηλεκτρονικός, ανταγωνιστικός. Δεν θα ζήσουμε μια κρίση όπως των πυραύλων στην Κούβα ή έναν καινούργιο πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά ολοένα και περισσότερες κυρώσεις και αντικυρώσεις, επιθετική χρήση των τεχνολογιών της πληροφορίας και επικοινωνίας, κινήσεις για αύξηση της γεωπολιτικής ισχύος και μια νέα εργαλειακή χρήση ιδεολογιών.

Από την πλευρά των ΗΠΑ υπήρξε, μόνον τους προηγούμενους μήνες, σειρά δηλώσεων Αμερικανών αξιωματούχων προς αυτή την κατεύθυνση. Ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Ρόμπερτ Ο’ Μπράιεν χαρακτήρισε την κινεζική ηγεσία «αμετανόητους μαρξιστές-λενινιστές», ο διευθυντής του FBI έκανε λόγο για «κακόβουλη διεθνή επιρροή» της Κίνας, ο υπουργός Δικαιοσύνης Μπιλ Μπαρ την κατηγόρησε για «οικονομικό πόλεμο-αστραπή» και ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο είπε σχεδόν ανοικτά ότι ο ελεύθερος κόσμος χρειάζεται νέα εκδοχή του ΝΑΤΟ, που θα στρέφεται αυτή τη φορά κατά του Πεκίνου, αντί της Μόσχας.

Θέσεις και ενέργειες όπως αυτές έχουν πληθύνει από την έναρξη της θητείας Τραμπ. Ωστόσο, η αντικινεζική εκστρατεία του Προέδρου έχει την αποδοχή πολλών αμερικανικών κέντρων, καθώς και της πλειοψηφίας των Δημοκρατικών, ενώ η μεταστροφή της πολιτικής της Ουάσιγκτον έναντι του Πεκίνου είχε ξεκινήσει σχεδόν μια δεκαετία πριν, επί προεδρίας Ομπάμα.

Από την άλλη, η Κίνα όλο αυτό το διάστημα, που συμπίπτει με την εποχή Σι Τζινπίνγκ, έχει γίνει πιο αυταρχική στο εσωτερικό της και πιο επιθετική στο εξωτερικό. Όμως, για να καταλάβει κανείς που έχουν φτάσει οι αμερικανοκινεζικές σχέσεις σήμερα χρειάζεται να θυμηθεί πως εξελίχθηκαν τα πράγματα τουλάχιστον τις τρεις τελευταίες 10ετίες.

Πως η Κίνα έγινε οικονομικός γίγαντας…

Από τις αρχές του ’90 το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εναρμονίστηκαν, σε μεγάλο βαθμό, για να θέσουν σε εφαρμογή σε παγκόσμιο επίπεδο ένα πρόγραμμα φιλελεύθερης απορρύθμισης, ιδιωτικοποιήσεων και διάδοσης του «αγγλοσαξονικού τύπου» καπιταλισμού.  Ο εν λόγω συνδυασμός δράσεων και πολιτικών απέκτησε την ονομασία «συναίνεση της Ουάσιγκτον», η δε Κίνα ήταν βασικός στόχος αυτού του σχεδιασμού.

Βεβαίως, εκείνη την περίοδο, οι αμερικανικές ελίτ θεωρούσαν την Κίνα περισσότερο σύμμαχο παρά αντίπαλο, και σίγουρα όχι απειλή. Και τούτο γιατί ήδη από τη δεκαετία του ‘80 η Κίνα είχε άρχισε να απελευθερώνει με μικρά βήματα την εσωτερική αγορά και να πραγματοποιεί ένα βαθμιαίο άνοιγμα στις διεθνείς επενδύσεις. Κατόπιν, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ύστερα από μια τριετή παύση που ακολούθησε την καταστολή της εξέγερσης στην Τιεν Αν Μεν (1989), ο τότε ηγέτης της Κίνας Τενγκ Σιαοπίνγκ ενίσχυσε την εσωτερική αναδιάρθρωση και επιτάχυνε τη διεθνοποίηση και ενσωμάτωση της χώρας στην παγκόσμια οικονομία. Άλλωστε, ήδη από το 1986, η Κίνα είχε κάνει αίτηση για να προσχωρήσει στη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT, προδρόμου του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου), κάτι που έγινε δεκτό στα τέλη του ’90 και άρχισε να ισχύει από τα τέλη του 2001.

Ωστόσο, σύμφωνα με τους αμερικανικούς και εν μέρει και ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς, η Κίνα, από τη στιγμή που προσηλυτίστηκε στην οικονομία της αγοράς, όφειλε να είναι ένας κρίκος στις αλυσίδες παραγωγής μιας παγκόσμιας οικονομίας, κατευθυνόμενης από τις ΗΠΑ και τις πολυεθνικές τους. Όμως, η Κίνα αναπτύχθηκε ταχύτερα κι άρχισε να γίνεται ανταγωνιστική και τελικά απειλητική…

Συγκεκριμένα, με το άνοιγμά της προς το εξωτερικό ήδη από τη δεκαετία του ’80, η Κίνα εξελίχθηκε σε έναν αυξανόμενα ελκυστικό προορισμό άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ). Για να έχει κανείς μια τάξη μεγεθών, μεταξύ 1984 και 1989 οι καθαρές εισροές για τέτοιες επενδύσεις ήταν κατά μέσο όρο 2,2 δις  δολ. ετησίως, για αυξηθούν ανάμεσα 1992 και 2000 στα 30,8 δις δολ. ετησίως και να πηδήσουν την περίοδο 2000-2013 στα 170 δις δολ., επίσης ετησίως!

Η δε Κίνα, από την πρώτη στιγμή προσπαθούσε ευλόγως να  χρησιμοποιήσει αυτές τις ΑΞΕ για την απόκτηση τεχνολογιών και τεχνογνωσίας. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων αρχικά διοχετευόταν σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η κλωστοϋφαντουργία και οι βιομηχανίες μεταποίησης. Οι τελευταίες αφορούσαν κυρίως τη συναρμολόγηση ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών εξοπλισμών με εξαρτήματα μη κινεζικής προέλευσης, για λογαριασμό πολυεθνικών που διατηρούσαν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί των προϊόντων.

Αυτή η κατάσταση άρχισε να αλλάζει αισθητά μέσα στην α’ δεκαετία του 2000. Μετά την ολοκλήρωση και της β’ δεκαετίας είναι πλέον αισθητά διαφορετική. Η ιδιοποίηση ξένης τεχνολογίας -άλλοτε νομότυπα μέσω όρων για υποχρεωτικές μεταφορές από τους ξένους επενδυτές κι άλλοτε με μη αδειδοτημένες αντιγραφές-  και ο διακλαδικός εκσυγχρονισμός της βιομηχανίας από το κράτος επέτρεψαν στην Κίνα να σημειώσει σταθερή πρόοδο σε πολλούς τομείς από τους οποίους άρχισε να αποκομίζει σημαντική προστιθέμενη αξία. Ως αποτέλεσμα, η οικονομική ισχύς άρχισε να μεγεθύνεται και να  γίνεται αισθητή διεθνώς. Με τη σειρά της η οικονομική δύναμη μετατράπηκε και σε γεωπολιτική επιρροή του Πεκίνου, αρχικά στην  Αν. Ασία, μετά στην Αφρική και εν συνεχεία και σε μέρος της Ευρώπης, κάτι που άρχισε να προκαλεί σοβαρές ανησυχίες στην Ουάσιγκτον και άλλες δυτικές πρωτεύουσες.

… εναντίον του οποίου στην Ουάσιγκτον δεν ξιφουλκεί μόνον ο Τράμπ….

Πριν τις προηγούμενες αμερικανικές εκλογές, στις 28/6/16, ο Ντόναλντ Τραμπ εκφώνησε μια σημαντική ομιλία, στην οποία εξήγγειλε το διεθνές οικονομικό και εμπορικό πρόγραμμα του. Το περιεχόμενο του λόγου του ήταν μια δριμεία κριτική κατά πολλών Αμερικανών πολιτικών, Δημοκρατικών αλλά και Ρεπουμπλικάνων, τους οποίους κατηγόρησε ότι εφάρμοσαν μια ορισμένη πολιτική παγκοσμιοποίησης που μετατόπισε τις δουλειές, τον πλούτο και τα εργοστάσια των ΗΠΑ στο εξωτερικό, προκαλώντας την αποβιομηχάνιση και την καταστροφή της μεσαίας τάξης της χώρας του. Εκτός από τις επιθέσεις κατά της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA), του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), του Συμφώνου Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού (TPP), ο προεκλογικός προγραμματισμός του περιλάμβανε περιοριστικές ρυθμίσεις και κυρώσεις κατά των κινεζικών οικονομικών πρακτικών και της χειραγώγησης του γουάν, στοιχεία που έκρινε ως σημαντικές αιτίες της παρακμής του βιομηχανικού τομέα των ΗΠΑ. Τον καιρό εκείνο, λίγοι έλαβαν σοβαρά υπόψη τη λεκτική αυτή επίθεση Τραμπ, γενικότερα ενάντια στην παγκοσμιοποιημένη αρχιτεκτονική του εμπορίου γενικότερα και ειδικότερα στους τομείς που αφορούσαν την Κίνα, μια και  η εκλογή του φάνταζε απίθανη. Η συνέχεια είναι γνωστή…

Ωστόσο, οφείλει να υπενθυμίσει κανείς ότι ήταν ο Μπάρακ Ομπάμα που ανήγγειλε ήδη από το 2011 μια αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής στην Ασία, με βασικό στοιχείο την  αναθεώρηση των στρατηγικών για την Κίνα. Επίσης, τον Ιανουάριο του 2015, στην ομιλία του «Περί της κατάστασης της Ένωσης» ήταν πάλι ο Ομπάμα που διακήρυξε: «Η Κίνα θέλει να γράψει τους κανόνες για την ταχύτερα αναπτυσσόμενη περιοχή του κόσμου. Υπάρχει λόγος να της το επιτρέψουμε; Εμείς θα έπρεπε να γράψουμε αυτούς τους κανόνες».

Επομένως η κυβέρνηση Τραμπ δεν ξεκίνησε κάποια νέα αμερικανική πολιτική για την Κίνα. Απλώς προχώρησε ακόμη περισσότερο σε ένα δρόμο που άνοιξε ήδη η προηγούμενη, με την υποστήριξη μάλιστα των περισσότερων εθνικών υπηρεσιών ασφαλείας, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, πολλών δεξαμενών σκέψης, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους του Κογκρέσου. Γιατί πρέπει να σημειωθεί  ότι ως προς το θέμα αυτό ο Αμερικανός πρόεδρος χαίρει της υποστήριξης πολλών παραγόντων του Δημοκρατικού Κόμματος στη Βουλή και κυρίως στη Γερουσία, όπου ο επικεφαλής της μειοψηφίας, Τσακ Σούμερ, απαιτεί την υιοθέτηση μιας αδιαπραγμάτευτης στάσης απέναντι στην Κίνα. Επιπλέον, ο Τζον Μπάιντεν δεν ξεχνά να συμπεριλαμβάνει κι αυτός αρκετούς φιλιππικούς κατά του Πεκίνου στην προεκλογική εκστρατεία του.

Επομένως, πέραν του Τραμπ, ένα ευρύ φάσμα παραγόντων στις ΗΠΑ αντιλαμβάνεται πλέον την Κίνα ως μείζονα απειλή.  Βλέπουν μια τεράστια χώρα που στο σύνολό της έγινε ιδιαίτερα πλούσια και μάλιστα πολύ γρήγορα (μεταξύ 1980 και 2019 το ΑΕΠ της αυξήθηκε από περίπου 1 τρις σε 14.1 τρις δολ. με σημερινές τιμές  και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 194 δολ. στα 10.261 !). Παρακολουθούν, επίσης, ένα ισχυρό κράτος που ενθάρρυνε και καθοδήγησε την ανάπτυξη εθνικών βιομηχανικών κοινοπραξιών, ιδιαίτερα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, των θαλάσσιων μεταφορών και των τρένων υψηλών ταχυτήτων και το οποίο διαθέτει πλέον το 2.15% του ΑΕΠ στην επιστημονική και τεχνική έρευνα ( για τη σύγκριση, το αντίστοιχο ποσοστό στις ΗΠΑ  είναι 2,74% και στη Γαλλία 2,25%).  Παρατηρούν μια χώρα που εκσυγχρονίζει τη ναυτιλία της και βρίσκεται σε στάδιο διεθνούς οικονομικής επέκτασης μέσω των δικών της «νέων δρόμων του μεταξιού», το θαλάσσιο σκέλος των οποίων έχει μέχρι σήμερα επιτρέψει την αγορά, κατασκευή ή εκμετάλλευση 42 λιμανιών σε 34 χώρες ( ο Πειραιάς είναι ένα από αυτά).

Βέβαια, οι αμερικανικές ελίτ γνωρίζουν ότι η Κίνα υστερεί σημαντικά σε θέματα ποιότητας σε σχέση με τις ΗΠΑ στους περισσότερους στρατηγικούς τεχνικούς τομείς. Ωστόσο τις ανησυχεί έντονα το γεγονός ότι, όπως και η Ιαπωνία της δεκαετίας ‘70 αρχών ‘80, φτάνει γρήγορα στο επίπεδό τους και μάλιστα δίχως τους περιορισμούς του Τόκιο στον εξοπλιστικό/αμυντικό τομέα.

Έτσι, όπως υπογραμμίζουν και οι «Financial Times», η Ουάσινγκτον «τώρα προσπαθεί ενεργά να περιορίσει την αύξηση της ισχύος της Κίνας», προτού φέρουν καρπούς οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού της και πριν όλη η χώρα γίνει ένα «γιγάντιο Χονγκ Κονγκ».

Γι’ αυτό και οι ΗΠΑ ελαττώνουν την πρόσβαση των προϊόντων εισαγωγής κινεζικής προέλευσης στην αμερικανική αγορά, προβαίνουν σε αποκλεισμό των κινεζικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε τομείς υψηλής τεχνολογίας όπου εκείνες έχουν ποιοτικό προβάδισμα, όπως η Huawei στο 5G,  επιβάλλουν πλέον αυστηρούς ελέγχους ασφαλείας στις βίζες των αλλοδαπών φοιτητών και ειδικά των κινέζων και αμφισβητούν τις εδαφικές διεκδικήσεις του Πεκίνου στη Νότια Σινική Θάλασσα.

Εν τέλει η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποδομήσει τις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής από τις οποίες επωφελείται ολοένα και περισσότερο η Κίνα. Για το λόγο αυτό  ο εμπορικός πόλεμος που προωθείται από τις ΗΠΑ έχει στόχο τόσο το Πεκίνο, όσο και τις πολυεθνικές εταιρείες, που κατέστησαν την Κίνα πλατφόρμα συναρμολόγησης και παραγωγής.

Ελπίδα αυτών των αμερικανικών κέντρων είναι πως μια μακροχρόνια εμπορική διένεξη, συνδυασμένη με περιοριστικές συνθήκες ασφαλείας, θα δημιουργήσει απαγορευτικά κόστη για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, αναγκάζοντας τις τελευταίες να πάψουν να επενδύουν στην Κίνα και να θέσουν τέλος στις μεταφορές τεχνολογίας και σε άλλες μορφές εμπορικής συνεργασίας, όπως π.χ. την πώληση ημιαγωγών στη Huawei από τις αμερικανικές εταιρείες Intel και Micron, τους οποίους ο κινεζικός πλέον κολοσσός χρησιμοποιεί για να κυριαρχήσει στην αγορά του 5G!

Kαι η πολιτική αυτή έχει αρχίσει να φέρνει ορισμένα αποτελέσματα, κατ’αρχήν σε εταιρίες της …Ταϊβάν, που παρά την αντιπαλότητα με την Κίνα είναι πολλές που δραστηριοπούνται εκεί.  Εξήντα έξι εξ αυτών άρχισαν μέσα στο 2019 να επαναπατρίζουν την παραγωγή τους από την ηπειρωτική Κίνα στην Ταϊβάν, με τη βοήθεια ενός προγράμματος παροχής κινήτρων από την κυβέρνηση της Ταϊπέι. Επίσης, μερικές δεκάδες αμερικανικές και ιαπωνικές επιχειρήσεις σταματούν να επενδύουν στην Κίνα, στρεφόμενες προς το Μεξικό, την Ινδία και το Βιετνάμ. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, από τις 200 σημαντικότερες αμερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κίνα, 120 αναθεωρούν ή σκοπεύουν να αναθεωρήσουν το θέμα των αλυσίδων εφοδιασμού τους κατά τη διάρκεια των προσεχών μηνών.

Οι αποκαλούμενοι «νεο-μερκαντιλιστές» ευελπιστούν ότι ένα μέρος των αλυσίδων παραγωγής θα επιστρέψει στις ΗΠΑ. Ωστόσο, αρκετές πολυεθνικές εταιρίες και ιδιαίτερα εκείνες που διαθέτουν λίγα εργοστάσια παραγωγής στο αμερικανικό έδαφος, όπως π.χ. η Apple και η Nike, θα χρειάζονταν πολύ ισχυρά κίνητρα για να το κάνουν. Η διάλυση των κινεζικών πλατφορμών παραγωγής τους θα ήταν μια δαπανηρή και δύσκολη διαδικασία. Επιπλέον, ενδεικτικά, να αναφερθεί ότι η τράπεζα Morgan Stanley υπολογίζει πως το κόστος π.χ. του iPhone XS θα αυξανόταν κατά τουλάχιστον 160 δολάρια σε περίπτωση τέτοιων αλλαγών.

…και πως αντεπιτίθεται το Πεκίνο

Φυσικά, θα ήταν αφελές να νομίσει κάποιος ότι η Κίνα θα υποκύψει στην πίεση και πως δε θα αντιμετωπίσει αποφασιστικά οποιονδήποτε προσπαθήσει να ανακόψει την ιλιγγιώδη άνοδό της και την ανάδειξή της σε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη.  Στις 30 Μαΐου του 2019, η κινεζική εφημερίδα «Global Times», που γενικά εκφράζει την επίσημη γραμμή του Πεκίνου, έγραφε: «Η Κίνα είναι έτοιμη για μακροχρόνια εμπορική αναμέτρηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε σχέση με την περασμένη χρονιά, όταν οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον εμπορικό πόλεμο, η κοινή γνώμη στην Κίνα είναι ευνοϊκότερη για τη λήψη αυστηρών αντιμέτρων από την κυβέρνηση. Όλο και περισσότεροι Κινέζοι τώρα πιστεύουν ότι ο πραγματικός στόχος ορισμένων ελίτ της Ουάσινγκτον είναι να καταστρέψουν τις ικανότητες ανάπτυξης της Κίνας».

Επιπλέον, ο ασιατικός οικονομικός γίγαντας, εκτός από τα εμπορικά αντίμετρα και τα τεράστια ποσά δικών του επενδύσεων που μπορεί να κινητοποιήσει, δύναται πάντα να επιστρατεύει ένα άλλο υπερόπλο του. Κι αυτό είναι  το ιλιγγιώδες αμερικανικό χρέος του 1,2 τρις δολαρίων που διακρατεί σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Τους μήνες προ κρίσεως της COVID 19 το Πεκίνο προχώρησε σε ορισμένες μαζικές πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων. Αυτές, ωστόσο, δεν ξεπέρασαν το 1% του συνολικού χαρτοφυλακίου της.  Και τούτο γιατί όπως επισημαίνει η επενδυτική Columbia Threadneedle Invesments, ειδικευόμενη στις ασιατικές αγορές, η Κίνα δεν έχει στην πραγματικότητα εναλλακτικές για να τοποθετήσει τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα που ανέρχονται στο ιλιγγιώδες ποσό των 3,4  τρισ. δολαρίων. Είναι, έτσι, μάλλον απίθανο να χρησιμοποιήσει το «πυρηνικό» της όπλο και να συνεχίσει να πουλάει ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου σε μαζική κλίμακα, μια και με τον τρόπο αυτό θα υποτιμηθεί η αξία του τεράστιου πλούτου που έχει στα χέρια της, αφού  η τιμή τους θα υποχωρήσει.

Απ’ την άλλη,  μια εναλλακτική κίνηση, αντεκδίκησης και παράλληλης εξισορρόπησης των επιπτώσεων που προκαλούν στην κινεζική οικονομία οι αμερικανικοί εμπορικοί δασμοί, θα ήταν η υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος. Το ζήτημα της ισοτιμίας του γουάν έχει, έτσι κι αλλιώς, αποτελέσει αντικείμενο του εμπορικού πολέμου. Η Ουάσιγκτον κατηγορεί εδώ και χρόνια το Πεκίνο ότι χειραγωγεί το κινεζικό νόμισμα, διατηρώντας τεχνητά χαμηλή την ισοτιμία του για να διασφαλίσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις εξαγωγές κινεζικών προϊόντων.

Και δίπλα σε όλα αυτά πρέπει να συνυπολογιστούν οι νέες αντιθέσεις που έχουν δημιουργηθεί λόγω της πανδημίας, μεταξύ από τη μια της Κίνας και από την άλλη των ΗΠΑ,  καθώς και ορισμένων ακόμη δυτικών χωρών. Έτσι, έχει σημασία πόσο ισορροπημένα θα διαχειριστεί η Κίνα αυτή τη δύσκολη κατάσταση, μην προσπαθώντας απλώς να επωφεληθεί, προκαλώντας τις αντιδράσεις των άλλων. Η Κίνα τα πήγε καλά τις τελευταίες 4 δεκαετίες, όταν «ανοίχτηκε» στον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά αν ο κόσμος «κλείσει», αυτό θα έχει επιπτώσεις και στη δική της πρόοδο.

 

www.ert.gr

Αποποίηση ευθύνης

Ο ιστότοπος είναι μια πλήρως αυτοματοποιημένη υπηρεσία συνάθροισης, ταξινόμησης και ανάρτησης συνοπτικών ειδήσεων και νέων από άλλους ελληνικούς ειδησεογραφικούς ιστότοπους, μέσω της τεχνολογίας RSS. Δεν αναλαμβάνουμε καμία ευθύνη για την επάρκεια, ποιότητα, πληρότητα ή ακρίβεια των ειδήσεων και των νέων που δημοσιεύονται. Δείτε περισσότερα στο τμήμα "Αποποίηση Ευθύνης" των Ορων Χρήσης.

Δείτε ακόμα - Τελευταίες ειδήσεις